Ιστοσελίδα συλλόγου ΜΑΝΤΑΜΑΔΙΩΤΩΝ ΛΕΣΒΟΥ «Ο ΤΑΞΙΑΡΧΗΣ»

                             

Τον παλιό καλό καιρό…

            Τι κι αν πέρασαν τα χρόνια και μεις μεγαλώσαμε, τι κι αν οι εικόνες σιγά-σιγά ξεθωριάζουν, πάντα όταν έρχονται τα Χριστούγεννα, αναμνήσεις γλυκές πλημμυρίζουν τη ψυχή μου και με γεμίζουν νοσταλγία, για τα χρόνια εκείνα που παιδιά γιορτάζαμε τις μέρες αυτές στον τόπο μας τον Μανταμάδο, απλά, ζεστά, φτωχικά, μα με την καρδιά να πεταρίζει από χαρά κι ευτυχία!

           Για μας τα παιδιά, η χαρά άρχιζε στην πλατεία του Άη Βασίλη, όταν μεταλαβαίναμε  και με τις τσέπες γεμάτες χαρτζιλίκι αγοράζαμε καραμελωμένα μήλα, μανταρίνια, χαλβά και χωνάκια με φιστίκια. Το σχολείο έκλεινε και σιγά σιγά όλο το χωριό έμπαινε σε γιορτινό κλίμα. Οι χοντρο­δουλειές πήγαιναν πίσω και μόνο οι τσομπάνηδες φρόντιζαν τα φρεσκογεννημένα αρνάκια τους.

         Μπαίνοντας πια στο δωδεκάμερο, τα έθιμα και οι παλιές συνήθειες, που με ευλάβεια τηρούσαν οι χωριανοί, έρχονταν να ομορφύνουν την καθημε­ρινότητα του κρύου και βροχερού χει­μώνα, γιατί η γραφικότητα, η ομορφιά και η μαγεία που βγαίνουν μέσα από αυτά, κάνουν τον άνθρωπο να ονειρεύεται, να ελπίζει και να ζει πιο ζεστά, πιο αληθινά τις γιορτινές μέρες.

        Οι νοικοκυρές λοιπόν άφηναν το λιομάζωμα κι ετοίμαζαν τα σπίτια. Οι παραχούτες άδειαζαν από τις στάχτες, άσπριζαν οι πκαρίδες και κάμαρες στρώνονταν με καλές καρπέτες και τα όμορφα κοφτά και τα κιναρωτά, στρώνονταν στους καναπέδες, τα λαβομάνα, τις ανθοστήλες και τα τραπεζόνια.

           Την παραμονή όλα έτοιμα, με τα σφαχτά να κρέμονται από τα τσιγγέλια στα κατώγια και τα ντουλάπια γεμάτα ψαθούρια, πλατσέντα, κουραμπιέδες, μπακλαβά, καρυδάτα, αμυγδαλωτά, όλα καμωμένα με πολλή επιδεξιότητα και μεράκι.

           Το χωριό μοσχοβόλαγε και απόπνεε μια γλυκύτητα καθώς στα αυτιά μας αντηχούσαν οι παιδικές φωνές που έψελναν τα κάλαντα και οι μυρτιές και τα κατμέρια μαζεμένα από τα χωράφια, μοσχοβολάγανε, καθώς την τελευταία στιγμή έμπαιναν μέσα στα βάζα.

         Το μόνο κακό μέσα σ’ αυτή τη χαρά της γιορτής των Χριστουγέννων είναι οι καλικάντζαροι που νομίζανε ότι ανέβαιναν από τον κάτω κόσμο και έμπαιναν στα σπίτια κυρίως από τις καμινάδες, γι’ αυτό και η φωτιά έκαιγε συνέχεια στο τζάκι, ψαλίδια ή μαχαίρια έμπαιναν στις τσάγρες και γλυκά και φαγητά έμεναν στο τραπέζι, ώστε αν παρ’ ελπίδα μπουν στο σπίτι να φύγουν χορτάτοι και χωρίς να κάνουν ζημιές.

         Ο φόβος των καλικαντζάρων τρόμαζε και μας τα παιδιά και κάναμε πολλούς σταυρούς, για να μη ξεπεταχτούν μπροστά μας μέσα από τα σκοτεινά σοκάκια.

           Ανήμερα των Χριστουγέννων, από το χάραμα χτυπούσαν οι καμπάνες και μετά από την εκκλησία, όλοι περιμέναμε το μεσημέρι να ρίξει ο Χριστός το πετραδέλ’ πάνω στο μπουρέτς’ που ροδοψηνότανε στα κάρβουνα, στη γωνιά του τζακιού για να στρωθεί επιτέλους το τραπέζι. Ήταν τόση η νοστιμιά της πίτας που καθόλου δεν μας ένοιαξε, όταν πήραμε χαμπάρι, ότι το πετραδέλ’ δεν έπεφτε από τον ουρανό, αλλά από το ζωνάρι του παππού μας.

            Έτσι μέσα στη χαρά και την ευτυχία ερχότανε η παραμονή της Πρωτοχρονιάς. Πάλι κάλαντα, πάλι ετοιμασίες. Όλες οι νοικοκυρές έψηναν βασιλόπιτα και στα κρυφά συναγωνίζονταν η μια την άλλη, για το ποια θα πετύχει την πιο νόστιμη και καλοανεβασμένη πίτα που πάντα είχε μέσα ένα νόμισμα.

           Το βράδυ της παραμονής, ενώ οι άντρες ήταν μαζεμένοι στα καφενεία, θεωρούσαν πολύ μεγάλο γούρι για τη νοικοκυρά εκείνη, που πρώτη θα γέμιζε το κμάρι με νερό από τον τσεσμέ στη γωνιά του δρόμου και αμίλητη να το πάει σπίτι, για να το σκορπίσει αργότερα στα χωράφια και στα ζώα, για να πάνε όλα καλά.

          Με τον ίδιο τρόπο σκορπίζανε και τους σπόρους του ροδιού, που το πρωί της Πρωτοχρονιάς, ένα παιδί καλότυχο θάσπαγε στη γωνιά της αυλούδας με την ελπίδα, η χρονιά να πάει καλά και τα μπερεκέτια να είναι πολλά.

            Μετά το φαγητό και αφού κόβαμε την βασιλόπιττα βγαίναμε με τα ξαδέλφια μας να πούμε τα χρόνια πολλά.

             Καθαρά, άσπρα μαντήλια δένονταν στις άκρες και φτιάχναμε τις μαντηλιές, που αργότερα θα γέμιζαν κεράσματα. Έπρεπε να πάμε σ’ όλους τους συγγενείς και φίλους για να ευχηθούμε σε όλους «Καλή Χρονιά» και με τα κεράσματά τους δόστου και γεμίζαμε τις μαντηλιές.

             Μετά την Πρωτοχρονιά όλα καταλάγιαζαν και δυστυχώς άρχιζε πια η αντίστροφη μέτρηση για τις μέρες των διακοπών. Μας έμεναν πια τα Φώτα, ο αγιασμός και τα κάλαντα των μεγάλων αργά το βράδυ της Παραμονής.

             Ακόμα αντηχούν στα αυτιά μου οι φωνές των παληκαριών που μέσα στα σκοτεινά σοκκάκια τραγούδαγαν:

Καλήν εσπέραν άρχοντες

Και αν ειν’ ο ορισμός σας

Χριστού τη θεία βάφτιση να πω στ’

αρχοντικό σας

Αύριο είναι των Φωτών

π’αγιάζει ο κόσμος όλος

και οι παπάδες περπατούν με το σταυρό στο χέρι

και μέσ’ στα σπίτια μπαίνουνε

και λεν τον Ιορδάνη

Βοήθεια να’ χουμε το Χριστό

τον μέγα Ιωάννη

Στην Γαλιλαία ήτανε

κι ήρθε να μαρτυρήσει

πως ο Χριστός βαφτίζεται

σ’ Ανατολή και Δύση

Σήκω κυράμ’ να στολιστείς

να πας ταχιά στα φώτα

που θα βαφτίσουν το Χριστό

κι είναι μεγάλη δόξα

Φέρτε πανέρια κάστανα

πανέρια λιφτουκάρ’δα

Φέρτε μας και γλυκό κρασί

να πιουν τα παληκάρια

Να πιουν να ξεβραχνιάσουνε

Να τραγουδούν καθάρια

Αν έχεις κόρη έμορφη

βάλ’ τη να μας κεράσει

Αν έχεις κόρη άσχημη

βάλ’ τη μεσ’ στο ζεμπίλι

και κρέμασε την αψηλά

να μην την φαν οι ψύλλοι

         Βέβαια τέτοια ωραία κάλαντα είχαν και ένα πολύ γερό ασήμωμα που την επόμενη γινόταν κέρασμα στους καφενέδες.

         Με τον αγιασμό που γινότανε σε όλα τα σπίτια, φεύγανε και οι καλλικαντζάροι και μπαίναμε στους καθημερινούς ρυθμούς.

              Όλα αυτά, τούτες τις μέρες μούρχονται στο μυαλό  και με την φαντα­σία μου ξαναγίνομαι παιδί, αναπολώ, θυμάμαι, νοσταλγώ και μελαγχολώ για την μαγεία  που χάθηκε μαζί με γιορτές  των παιδικών μου χρό­νων.

               Αυτά τα έθιμα, βγαλμένα μέσ’ από την παράδοσή μας, ανεκτίμητα στοιχεία της πολιτιστικής μας κληρονο­μιάς πρέπει με αγάπη να διασώσουμε και να μεταδώσουμε στα παιδιά μας, για να διατηρήσουμε έτσι τη χαρά, την ελπίδα και το όνειρο που τόσο ανάγκη έχουμε όλοι μας στη σημερινή δύσκολη επο­χή.

                                                                                                                         Μένη Κουρδουσά
 

Καλωσήρθατε στην ιστοσελίδα του ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΜΑΝΤΑΜΑΔΙΩΤΩΝ ΛΕΣΒΟΥ «Ο ΤΑΞΙΑΡΧΗΣ»

Όπου και αν είστε, όσο μακριά και αν βρίσκεστε,  ας ταξιδέψουμε όλοι μαζί και μέσα από τις  μνήμες και τα βιώματα μας,  τον πόθο και την λαχτάρα για καλή πατρίδα, να δυναμώσουμε τις αναμεταξύ μας σχέσεις και την αγάπη για τον τόπο που γεννηθήκαμε, τον ιστορικό και φιλόξενο Μανταμάδο! Να τιμήσουμε τις ρίζες, την ιστορία και τον πολιτισμό μας, τα έθιμα και τις παραδόσεις μας, τους σκοπούς και τα τραγούδια μας.

Μα κυρίως  να τιμήσουμε τους ανθρώπους  του χωριού, που μας έμαθαν ότι η ανθρωπιά, το φιλότιμο και η αξιοπρέπεια πρέπει να καθορίζουν τις αξίες στον καθημερινό αγώνα της ζωής μας!

Καλά μας ταξίδια, γεμάτα από αγάπη για το χωριό μας, περηφάνια για το νησί μας και  νοσταλγία για όλα αυτά που ζήσαμε και πάντα θα μας κάνουν να ελπίζουμε και να αγωνιζόμαστε  για ένα καλύτερο αύριο! .

Advertisements