Ιστορία ΜΑΝΤΑΜΑΔΟΥ

ΜΑΝΤΑΜΑΔΟΣ ΛΕΣΒΟΥ

Π.Σ. Παρασκευαΐδη

          Ο Μανταμάδος, όπως και κάποια άλλα μεγαλοχώρια του εσωτερικού της Λέσβου, προέκυψε από την εγκατάλειψη των παραλιακών οικισμών των εγγύς ακτών του Ανοιχτού, Παλιού, Ασπροποτάμου, Αγίου Στεφάνου και άλλων λόγω των συνεχών πειρατικών επιδρομών, κατά το ύστερο Βυζάντιο και την πρώιμη Τουρκοκρατία, οπότε ο Βασιλικός (Αυτοκρατορικός και Σουλτανικός) στόλος δεν μπορούσε πια να προστατεύσει τους παράκτιους πληθυσμούς.

           Οι κάτοικοι των παραλίων εντόπισαν και επέλεξαν σε γεωλογικό βαθούλωμα της γης έκταση μη ορατή από τη θάλασσα, αλλά κι από την κοντινή στεριά ακόμα και συνοίκισαν το νέο χωριό τους.

             Στην περιοχή αυτή βρισκόταν, ως φαίνεται, εκτεταμένη ιδιοκτησία της οικογενείας των Μανταμάδων, όθεν όλος ο οικισμός ονομάσθηκε Μανταμάδος,  προσαρμοζόμενος  γλωσσικά  στην  τοπωνυμική  κατάληξη –άδος (Κλαπάδος, Παπάδος, Κλομιδάδος κ.λπ).

Τη δημιουργία του νέου χωριού μπορούμε να την τοποθετήσουμε μέσα στον 16ο αιώνα.

Αρχικά έγιναν δύο οικισμοί, δύο γειτονιές, που τελικά ενώθηκαν. Ο «Πέρα Μαχαλάς» με εκκλησάκι τον Ταξιάρχη ή Παναγιούδα και τον  Άνω Μαχαλά  με εκκλησάκι την επίσης,  Παναγιούδα, που τον 18ο αιώνα ενσωματώθηκε στον ενοριακό ναό του Αγίου Βασιλείου ο οποίος ανεγέρθηκε το 1757.

Λίγo πιο Βόρεια απ’ το νέο χωριό Μανταμάδο, υπήρχε από την πρώιμη Οθωμανοκρατία στη θέση Λεσβάδος, Μονή του Ταξιάρχη, στην οποία υπάρχει  παράξενο και μάλλον μοναδικό σε όλη την ορθόδοξη εικονογραφία και λατρεία ανάγλυφο εικόνισμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, ξιφήρη και βλοσυρού, μαυρισμένου από τους αιώνες που πέρασαν χωρίς ποσώς να τον μεταβάλλουν. Μεταξύ των πολλών θρύλων και δοξασιών που τον τυλίγουν, είναι και της κατασκευής του από πηλό αίματος εσφαγμένων από τους πειρατές μοναχούς, η χρήση απ’ αυτόν σιδερένιων υποδημάτων, που άφθονα προσφέρουν ταματάρηδες πιστοί και τα αποθέτουν κάτω απ’ το μανουάλι του Αγίου, το εκ στο γονάτισμα του σφαγίου στη «θυσία» κατά τη γιορτή του είναι οι πιο διαδεδομένες σχετικές με τον Ταξιάρχη πίστεις και ενέργειες.

Ο Αρχάγγελος εορτάζει βέβαια  «των Ταξιαρχών» στις 8 Νοέμβρη, ημερομηνία μάλιστα που για τη Λέσβο συνέπεσε με την απελευθέρωση της Μυτιλήνης από το μακρό ζυγό της Οθωμανοκρατίας το 1912.

Το μεγάλο όμως πανηγύρι του Ταξιάρχη Μανταμάδου γίνεται στις «15 της Λαμπρής», την Κυριακή των Μυροφόρων δηλ., οπότε γίνεται και η σφαγή του ταύρου τάματος και η προσφορά του κρέατός του μαγειρεμένου με σιτάρι («κισκέκ») στους πολυπληθείς πανηγυριστές, που προέρχονται από τη Λέσβο, την άλλη Ελλάδα και παλιά, κυρίως από το Αϊβαλί.

Ξεχωριστό επίσης θρησκευτικό έθιμο είναι η έγερση των πιστών τη νύχτα της μεγάλης Παρασκευής με το χτύπημα των «κουτσκούδων» (ξύλινων σφυριών) στις πόρτες τους για να πάνε στην περιφορά του Επιταφίου.

Τέλος – αν έχουν τέλος τα ιδιαίτερα έθιμα του Μανταμάδου – το «φλόμωμα» του Ασπροποταμιού για το καμάκωμα των έγκλειστων σ’ αυτό ψαριών μετατρέπεται σε πανηγύρι, που, αν και δεν υπάρχει καμιά θρησκευτικότητα, ονομάζεται «΄Αγιος Ποταμός», όπως στη Λάρνακα της Κύπρου λένε μια γιορτή τους στην παραλία «Άγιο Γιαλό»

Αφού ο Μανταμάδος ιδρύθηκε μετά την Τουρκική κατάκτηση της Λέσβου (1462), δεν είχε Τούρκους κατοίκους. Τον διοικητικό έλεγχό του ασκούσε το «Κονάκι» (Διοικητήριο) με έναν-δυο «ζαπτιέδες» (αστυνομικούς) υπό έναν χαμηλόβαθμο Διοικητή.

Μωαμεθανοί, φανατικοί μάλιστα ως εκουσίως εξισλαμισθέντες, υπήρχαν στον Κουκμήδο και τον Μανούλο, κοντά στον Μανταμάδο. «προφανείς φονείς και λησταί», χαρακτηρίζονται από τον Μητροπολίτη Μηθύμνης Γαβριήλ (1620).

Στην εύφορη περιοχή του Μανούλου εικάζουμε ότι διαβιούσαν ή εκτρεφόταν οι «Μυτιλήδες», τα μικρόσωμα άγρια Λεσβιακά άλογα, όπως δηλώνει το λατινογενές τοπωνύμιο. (Mannulus=ιππάριο).

Άλλοι μη Χριστιανοί κάτοικοι κοντά στο χωριό ήταν οι Γιουρούκοι, δασόβιοι και ακαθόριστης θρησκείας χειρώνακτες, που εμπορευόταν τα έργα των χειρών τους (ξύλινες σκάφες, αδράχτια, κομμένο δαδί κ.λπ.)

Οι ίδιοι οι Μανταμαδιώτες ήταν γεωργοί, καλλιεργητές της γης, κτηνοτρόφοι, τυροκόμοι, αγγειοπλάστες και έμποροι των κεραμικών τους. Περίφημα ήταν τα Μανταμαδιώτικα κουμάρια για νερό, τόσο που με το έμφυτό τους χιούμορ οι Μανταμαδιώτες έλεγαν ότι ο Μανταμάδος βγάζει δυο πράγματα: κμάρια και παλληκάρια!

Σημαντική όμως είναι η συμμετοχή και συμβολή του Μανταμάδου στην πνευματική ζωή και τον πολιτισμό της Λέσβου, τόση μάλιστα που ο κριτικός και ιστορικός Γιώργος Βαλέτας, Λέσβιος απ’ την Άργενο, ονόμασε τον Μανταμάδο «πνευματική Μητρόπολη» της Λέσβου και εκτός από την πνευματικότητά του διακρίνεται παράλληλα και για την επαναστατικότητά και τον προοδευτισμό του».

Από το 1817 ιδρύεται σχολείο στο χωριό, όπου δίδαξαν αξιόλογοι λόγιοι, όπως ο Σταυράκης Αναγνώστου, ο οποίος το 1850 εξέδωσε το βασικό για τη Λεσβογνωσία βιβλίο «Λεσβιάς», ο Σπύρος Αναγνώστου, λαογράφος και γλωσσολόγος, ο Στράτης Μυριβήλης για λίγο διάστημα κ.α.   Μανταμαδιώτες ήταν ο δημοσιογράφος Οδυσσεύς Ιάλεμος, ο Ακαδημαϊκός Μιχαλάκης Στεφανίδης κι ο αδελφός του Βασίλειος, Καθηγητής Πανεπιστημίου, ο Στρατής Παρασκευαΐδης, αρχαιολόγος και θεατρικός σκηνοθέτης, ο Δήμαρχος Μυτιλήνης Απόστολος Αποστόλου, καθηγητής φυσικών και πολλοί άλλοι.

Έτσι ο Μανταμάδος απ’ τον 19ο αιώνα είδε να επιστρέφουν από την Δυτική Ευρώπη στην Ελλάδα οι Μούσες, όπως οραματιζόταν από το 1824 ο δάσκαλος Σταυράκης Αναγνώστης, που ποιητικά έλεγε:

Ω  Έλληνες, γυρίζουσιν αι Μούσαι στην Ελλάδα,

μετά χαράς λοιπόν εμείς ας τας υποδεχθούμεν!

Την ίδια χρονιά το ίδιο έλεγε ο Κάλβος στην ωδή του «εις Μούσας»:

«Τώρα εις τέλος φέρετε την μακράν ξενητείαν».

Την περίοδο 1910-1930, που σημειώθηκε στη Λέσβο μεγάλη και εντυπωσιακή πνευματική, λογοτεχνική και καλλιτεχνική ανάπτυξη ονομασθείσα «Λεσβιακή Άνοιξη» ο  Μανταμάδος είχε ενεργή και διακεκριμένη συμμετοχή όχι μόνο με τους λογίους του, αλλά και με διάφορους συλλόγους σαν τη «Λέσχη Πρόοδο», τον Σύλλογο «Κυριών και Δεσποινίδων». Τις διαλέξεις, χοροεσπερίδες και θεατρικές παραστάσεις ποιότητας, που γι’ αυτές ο σατιρικός και ευθυμογράφος Στρατής Παπανικόλας χαρακτήρισε το χωριό «Ακρόπολη της ερασιτεχνικής θεατρικής κινήσεως».

Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Κατοχή και ο Εμφύλιος Πόλεμος μαζί με την αστικοποίηση της Λέσβου μείωσαν αισθητά τον πληθυσμό του Μανταμάδου, όχι όμως και την ζωτικότητά του, που εξακολουθεί να τον κατατάσσει στα πιο παραγωγικά, λαογραφικά και πολιτιστικά κέντρα του νησιού.

Π.Σ. Παρασκευαΐδης

Φιλόλογος

Μυτιλήνη

2016

Advertisements